Η δημιουργική μέθοδος μοιάζει περισσότερο με όνειρο παρά με λογισμό
Ένα μουσικό έργο έχει αρχή, μέση και τέλος. Τρέφεται από τον στοχασμό, όσο κενό κι αν
είναι αρχικά το επιχείρημα. Ακόμη κι αν σε κάποια σημεία φλυαρεί ασκόπως, δεν παρεκκλίνει,
ούτε απομακρύνεται από τον αφηρημένο στοχασμό, καμία νότα δεν βρίσκεται σε λάθος θέση
και οι τυχόν αδυναμίες του δημιουργού δεν ανακόπτουν τη ροή.
Ένας συνθέτης εκτός των πολύχρονων σπουδών που χρειάζεται να πραγματοποιήσει, πρέπει
να έχει μια βαθιά καλλιέργεια και τουλάχιστον, ένα από τα τρία σημαντικά χαρακτηριστικά:
πνευματικότητα, ιδιοφυΐα, ταλέντο. Το μειονέκτημα όμως ενός ανθρώπου, που θέλει να
θεωρείται συνθέτης, είναι πως δεν έχει τη μουσική μέσα του, βάζει στο ‘’χαρτί’’ ότι σκέφτεται
χωρίς να το σκέφτεται.
Τον χαρακτηρίζει η ακρισία η οποία αποτελεί τον θρίαμβο και την παρηγοριά της
ανθρωπότητας.
Δεν γνωρίζει τι έχει προηγηθεί, εισβάλλει στον πολιτισμό απ’ έξω, θεωρώντας αυτό που κάνει
σπουδαίο. Η αληθινή πρωτοτυπία, αυτή που διαρκεί, είναι εκείνη που χρησιμοποιεί όλα τα
νήματα της παράδοσης για να τα υφάνει ξανά με τρόπο που η παράδοση δεν θα μπορούσε να
κάνει. Ο ιδιοφυής δημιουργός παίρνει το παλιό, το ξεφτισμένο και δημιουργεί ένα νέο. Η ουσία
του κόσμου δεν είναι η πρωτοτυπία αλλά η ανανέωση.
Το βασικό γνώρισμα πολλών σημερινών συνθετών είναι ότι ακολουθούν τάσεις που δεν
στηρίζονται πουθενά, δεν προέρχονται από την ιστορία και τον πολιτισμό του παρελθόντος,
δεν έχουν προγόνους και επικαλούνται κάτι έξω από τον εαυτόν τους που δεν έχει σχέση με
τον ανθρώπινο νου και την ανθρώπινη ευφυΐα. Είναι μεταρρυθμιστές λόγω ανεπάρκειας και
όχι λόγω βάθους.
Έχουν πλέον ενσωματώσει μια νοοτροπία που τους καθιστά απλούς διακινητές ιδεών και
τεχνοτροπιών, χωρίς την προσωπική δημιουργική επεξεργασία που θα τους οδηγούσε σε κάτι
πρωτότυπο. Δεν ασκούν κριτική σκέψη, αλλά επιλέγουν να αντιγράφουν ό,τι ήδη υπάρχει. Η
διάκριση ανάμεσα στο αυθεντικό και στο δάνειο μοιάζει να τους διαφεύγει, καθώς δεν
επιχειρούν να συγκρίνουν και να αξιολογήσουν διαφορετικές προσεγγίσεις, απλώς μιμούνται
ό,τι είναι της μόδας ή αναγνωρίζεται από την ευρύτερη κοινότητα. Αυτό τους στερεί τη
δυνατότητα να ανακαλύψουν και να κατανοήσουν τις δικές τους, αυθεντικές ανάγκες, να τις
αναλύσουν σε βάθος και να τις εξετάσουν κριτικά. Αντίθετα, η μίμηση και η αβασάνιστη
εισαγωγή διαφόρων επιρροών, συχνά επιφανειακά κατανοητών, αποτελούν τα βασικά
χαρακτηριστικά της νεοελληνικής ιδιαιτερότητας. Αυτή η στάση δεν αντανακλά μόνο μια
ελλειμματική πολιτιστική γνώση, αλλά και μια τάση προς την ξενομανία, όπου το ξένο
θεωρείται ανώτερο και υιοθετείται άκριτα, χωρίς να γίνεται μια ουσιαστική απόπειρα
σύνθεσης και ενσωμάτωσής του σε ένα προσωπικό, καλλιτεχνικό πλαίσιο.
Η αποσπασματικότητα, η έκφραση της θεμελιώδους κενότητας και τα άμορφα αμαλγάματα,
δημιουργούν τα εκατοντάδες έργα που κατακλύζουν τον καλλιτεχνικό χώρο της σύγχρονης
εποχής. Ο φυσικός τρόπος σκέψης τους είναι δέσμιος της κοινωνικής κριτικής και ενός
φρενιτιώδους πάθους για ‘’μεταρρύθμιση’’. Αυτά τα ‘’έργα’’ διαγείρουν την αυτοκριτική μας
διάθεση και ενδυναμώνουν την πεποίθησή μας να ανανεώνουμε τα πράγματα, κοιτάζοντας το
παρελθόν με μια ματιά ριζοσπαστική.