Είναι μερικές φορές που κοιτάς την ιστορία της λογοτεχνίας και συνειδητοποιείς πως ορισμένοι άνθρωποι δεν έγραφαν απλώς ιστορίες φαντασίας, αλλά σχεδίαζαν χάρτες για το μέλλον που έβλεπαν να έρχεται. Σήμερα, ζώντας σε ένα περιβάλλον που συχνά μοιάζει με ψηφιακό εργαστήριο, η σύγκλιση τεσσάρων εμβληματικών έργων του 20ού αιώνα, μας αποκαλύπτει μια πραγματικότητα που είναι ταυτόχρονα άνετη και τρομακτική.
Ξεκινώντας από το «Εμείς» του Ευγένιου Ζαμιάτιν το 1921, βρισκόμαστε μπροστά στην απαρχή της σύγχρονης επιτήρησης. Ο Ζαμιάτιν οραματίστηκε έναν κόσμο από γυαλί, όπου η ιδιωτικότητα θεωρείται έγκλημα και η ατομικότητα υποχωρεί μπροστά στη μαθηματική ακρίβεια του Μονοκράτους. Είναι παράξενο το πώς αυτή η «κρυστάλλινη» κοινωνία καθρεφτίζεται στη σημερινή μας ψηφιακή διαφάνεια. Εκθέτουμε οικειοθελώς τις ζωές μας, μετατρέποντας τους εαυτούς μας σε δεδομένα, πιστεύοντας πως η απόλυτη έκθεση είναι ελευθερία, ενώ στην πραγματικότητα είναι η εξάλειψη του προσωπικού μας χώρου.
Το 1932, ο Άλντους Χάξλεϋ με τον «Θαυμαστό καινούριο κόσμο» πρότεινε μια διαφορετική μορφή ελέγχου, αυτή της ηδονής. Εδώ δεν υπάρχει ανάγκη για βία, γιατί το «Σόμα» και η ατέρμονη ψυχαγωγία κρατούν τους πολίτες σε μια κατάσταση ευτυχισμένης αδράνειας. Αυτή είναι ίσως η πιο επίκαιρη πτυχή της σύγχρονης δυστοπίας μας. Ζούμε σε μια εποχή όπου η ντοπαμίνη των κοινωνικών δικτύων λειτουργεί ως το δικό μας σύγχρονο Σόμα. Ο Χάξλεϋ φοβόταν ότι θα πνίξουν την αλήθεια μέσα σε έναν ωκεανό ασήμαντων πληροφοριών, κάνοντάς μας να αγαπήσουμε την υποδούλωσή μας επειδή είναι εξαιρετικά βολική.
Ο Τζορτζ Όργουελ στο «1984» (1948) εστίασε στον φόβο και τη διαστρέβλωση της γλώσσας. Ο Μεγάλος Αδελφός και η Νέα Ομιλία δεν είναι πια λογοτεχνικά σχήματα, αλλά εργαλεία που βλέπουμε στα fake news και την πολιτική επικοινωνία. Ωστόσο, η σημερινή «Βελούδινη Δυστοπία» είναι ένα υβρίδιο· χρησιμοποιεί την επιτήρηση του Όργουελ, αλλά την ντύνει με την άνεση του Χάξλεϋ, κάνοντας τον έλεγχο να μοιάζει με έναν φιλικό ψηφιακό βοηθό που μας προσφέρει προτάσεις αγορών.
Τον κύκλο κλείνει ο Ρέι Μπράντμπερι με το «Φαρενάιτ 451» (1953), προειδοποιώντας μας για τον θάνατο της κριτικής σκέψης. Η φωτιά που καίει τα βιβλία είναι η φωτιά της οθόνης που καταναλώνει την ικανότητά μας να εστιάζουμε σε κάτι βαθύ. Είναι μια προφητεία για μια κοινωνία που επιλέγει την άγνοια όχι γιατί της επιβάλλεται, αλλά γιατί η σκέψη πλέον την κουράζει.
Η μεγάλη όμως ειρωνεία και η πιο τρομακτική εξέλιξη αυτής της προφητείας βρίσκεται στη δική μας συμμετοχή. Στα κλασικά έργα, ο έλεγχος επιβαλλόταν από «πάνω». Σήμερα, ο δεσμοφύλακας και ο φυλακισμένος είναι το ίδιο πρόσωπο. Εμείς αγοράζουμε τις συσκευές παρακολούθησης, εμείς ζητάμε περισσότερο ψηφιακό Σόμα, εμείς απεμπολούμε τα πολιτικά μας δικαιώματα για λίγη περισσότερη άνεση. Η συμμετοχή μας σε αυτή τη δυστοπία είναι ενεργή και καθημερινή, καθιστώντας την αποστασιοποίηση μια πράξη σχεδόν αδύνατη.
Συγκλίνοντας αυτά τα έργα, βλέπουμε πως ζούμε σε μια φυλακή με βελούδινες επενδύσεις. Η διαφάνεια του Ζαμιάτιν συναντά την απόλαυση του Χάξλεϋ και τον έλεγχο του Όργουελ. Το στοίχημα πλέον είναι πολιτικό και προσωπικό· να αναγνωρίσουμε τη βελούδινη υφή της καθημερινότητάς μας και να επιδιώξουμε την επιστροφή στη «δύσκολη» ελευθερία της σκέψης, πριν η νάρκη γίνει οριστική.
Αυτή είναι ίσως η πιο άμεση πηγή έμπνευσης για τον Χάξλεϋ. Το Soma ήταν ένα ιερό τελετουργικό ποτό των αρχαίων Ινδών (αναφέρεται εκτενώς στη Ριγκβέδα), το οποίο παρασκευαζόταν από ένα άγνωστο σήμερα φυτό και προκαλούσε καταστάσεις έκστασης, ευφορίας και «θεϊκής» ενόρασης. Στην κοινωνία που περιγράφει ο Χάξλεϋ το 1932, το σόμα είναι το απόλυτο εργαλείο κοινωνικής μηχανικής. Δεν είναι απλώς ένα ναρκωτικό, αλλά ένας μηχανισμός ελέγχου που προσφέρει «όλα τα πλεονεκτήματα των δογμάτων, των ουσιών και του αλκοόλ, χωρίς καμία από τις παρενέργειές τους». Σε αντίθεση με τον Όργουελ όπου ο έλεγχος γίνεται με τον πόνο, εδώ γίνεται με την ηδονή. Το σόμα κάνει τους ανθρώπους να «αγαπούν τη σκλαβιά τους», αφού τους προσφέρει μια συνεχή κατάσταση τεχνητής ευτυχίας (εθελούσια υποδούλωση).
Ουσιαστικά, ο Χάξλεϋ χρησιμοποίησε μια λέξη που παραπέμπει σε αρχαίες ιεροτελεστίες για να περιγράψει το πιο σύγχρονο και «ψυχρό» εργαλείο πολιτικής καταστολής· την υποχρεωτική, χημικά επαγόμενη ευτυχία. Είναι πραγματικά συναρπαστικό πώς μια λέξη μπορεί να συμπυκνώσει όλη τη φιλοσοφία ενός έργου.
Η επιλογή του Χάξλεϋ να ενώσει το ελληνικό «σώμα» (την υλική μας υπόσταση) με το ινδουιστικό «σόμα» (την πνευματική έκσταση) είναι η απόλυτη ειρωνεία. Στην κοινωνία του, η «έκσταση» δεν είναι πνευματική ανάταση, αλλά ένας χημικός τρόπος για να παραμείνει το σώμα υπάκουο και το μυαλό αδρανές. Αυτές οι λεπτομέρειες είναι που κάνουν τη δυστοπία του Χάξλεϋ να μοιάζει τόσο «βελούδινη» και ταυτόχρονα τόσο ανίκητη.