Η κβαντική φυσική ήρθε στις αρχές του εικοστού αιώνα να ανατρέψει πλήρως αυτή την βεβαιότητα, εισάγοντας την αυθεντική τυχαιότητα στην καρδιά της ύλης. Στον μικρόκοσμο των υποατομικών σωματιδίων, το τυχαίο δεν οφείλεται σε έλλειψη πληροφοριών, αλλά αποτελεί θεμελιώδη ιδιότητα της φύσης. Η αρχή της αβεβαιότητας και οι πιθανολογικές εξισώσεις της κβαντομηχανικής μας λένε ότι ένα σωματίδιο δεν επιλέγει συγκεκριμένη θέση μέχρι τη στιγμή που θα το παρατηρήσουμε, κάτι που έκανε ακόμη και τον Άλμπερτ Αϊνστάιν να διαμαρτυρηθεί, λέγοντας ότι ο Θεός δεν παίζει ζάρια με το σύμπαν. Κι όμως, τα πειράματα δείχνουν ότι η φύση τελικά παίζει ζάρια, και το τυχαίο είναι δομικό στοιχείο του κόσμου μας.
Σε ένα πιο μακροσκοπικό επίπεδο, η θεωρία του χάους ήρθε να περιπλέξει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, δείχνοντας ότι ακόμα και σε συστήματα που ακολουθούν αυστηρούς νόμους, η πρόβλεψη μπορεί να είναι αδύνατη. Το περίφημο φαινόμενο της πεταλούδας περιγράφει πώς μια ανεπαίσθητη αλλαγή στις αρχικές συνθήκες ενός συστήματος, όπως ο καιρός, μπορεί να οδηγήσει σε τελείως διαφορετικά και απρόβλεπτα αποτελέσματα. Αυτή η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη νομοτέλεια και το χάος ξαναφέρνει στο προσκήνιο το μεγάλο ερώτημα της ελεύθερης βούλησης, καθώς αν το σύμπαν δεν είναι απόλυτα ντετερμινιστικό, τότε οι ανθρώπινες αποφάσεις δεν είναι απλώς το αναπόφευκτο αποτέλεσμα προηγούμενων φυσικών αιτιών, αφήνοντας χώρο για πραγματική επιλογή και ευθύνη.
Αυτά τα παράδοξα οδήγησαν σε διαφορετικές ερμηνείες της κβαντικής μηχανικής, με την ερμηνεία των πολλών κόσμων να προτείνει μια από τις πιο ριζοσπαστικές λύσεις για το πρόβλημα της τυχαιότητας. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η τυχαιότητα είναι μια ψευδαίσθηση που πηγάζει από τη δική μας περιορισμένη οπτική γωνία. Κάθε φορά που ένα κβαντικό γεγονός έχει περισσότερα από ένα πιθανά αποτελέσματα, το σύμπαν διακλαδίζεται και όλες οι πιθανότητες πραγματοποιούνται σε διαφορετικά, παράλληλα σύμπαντα. Στο παράδειγμα της γάτας, το σύμπαν χωρίζεται στα δύο, και σε ένα από αυτά η γάτα είναι ζωντανή, ενώ στο άλλο είναι νεκρή. Με αυτόν τον τρόπο, ο απόλυτος ντετερμινισμός αποκαθίσταται σε ένα επίπεδο πολυσύμπαντος, όπου τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη, απλώς εμείς τυχαίνει να βιώνουμε μόνο μία από τις αμέτρητες διακλαδώσεις της πραγματικότητας.
Ακόμα όμως και αν αποδειχθεί ότι ο εγκέφαλος ως βιολογικό όργανο είναι πολύ «θερμός και υγρός» για να διατηρήσει ευαίσθητες κβαντικές καταστάσεις, οι επιστήμονες χρησιμοποιούν τα κβαντικά μαθηματικά μοντέλα για να εξηγήσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά με εκπληκτική ακρίβεια. Στην ψυχολογία και τη λήψη αποφάσεων, οι άνθρωποι συχνά παραβιάζουν τους νόμους της κλασικής λογικής και των παραδοσιακών πιθανοτήτων, καθώς οι απόψεις μας για ένα θέμα μπορούν να αλλάξουν ριζικά ανάλογα με τη σειρά με την οποία μας τίθενται οι ερωτήσεις. Αυτό το φαινόμενο μοιάζει εκπληκτικά με το πώς η σειρά των μετρήσεων επηρεάζει ένα κβαντικό σωματίδιο. Έτσι, η κβαντική προσέγγιση δείχνει ότι το μυαλό μας μπορεί να κρατά ταυτόχρονα αντιφατικές σκέψεις σε μια κατάσταση νοητικής υπέρθεσης, και η τελική μας απόφαση παίρνει μορφή μόνο τη στιγμή που αναγκαζόμαστε να δράσουμε, επιβεβαιώνοντας ότι το τυχαίο και το απρόβλεπτο είναι βαθιά ριζωμένα στην ίδια μας την ύπαρξη.



