Αρχειοθήκη ιστολογίου

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Όταν οι άνθρωποι γίνονται αριθμοί - Η Δημοκρατία των Αριθμών

 Ανοίγει κανείς μια ειδησεογραφική ιστοσελίδα και συναντά ξανά το ίδιο μοτίβο: «Ο 67χρονος...», «η 42χρονη...», «ο 75χρονος...». Σαν να προηγείται πάντα ο αριθμός και να ακολουθεί - αν ακολουθεί - ο άνθρωπος.

Η ηλικία έχει εξελιχθεί σε βασικό αναγνωριστικό στοιχείο. Όχι το όνομα, όχι η ιδιότητα, όχι το πρόσωπο. Ένας αριθμός αρκεί. Ένας αριθμός που υποτίθεται πως εξηγεί, περιγράφει ή ακόμα και ερμηνεύει τη συμπεριφορά, το γεγονός, την πράξη.

Κι όμως, οι άνθρωποι δεν είναι μαθηματικά δεδομένα. Δεν είναι στατιστικές μονάδες. Είναι πρόσωπα με ιστορία, με στάση σώματος, με βλέμμα που κουβαλά εμπειρίες, με μια σιωπηλή «παρουσία» που δεν αποτυπώνεται σε ψηφία. Κανείς δεν ξέρει πώς έμοιαζαν, τι κουβαλούσαν στο βλέμμα τους, αν περπατούσαν σκυφτοί ή περήφανοι. Ο αριθμός προηγείται, σαν τίτλος ευγενείας. Σαν να μην έχει σημασία τίποτα άλλο. Ακόμα και μια φωτογραφία αποκαλύπτει περισσότερα από έναν αριθμό δίπλα στο όνομα.

Η ηλικία έγινε ταυτότητα. Ένα πρόχειρο διαβατήριο για να περάσεις τα σύνορα της επικαιρότητας. Δεν χρειάζεται όνομα, δεν χρειάζεται ιστορία. Ένας αριθμός αρκεί για να εξηγήσει τα πάντα - ή έτσι νομίζουμε.

Αν λοιπόν η ηλικία είναι τόσο καθοριστική, ας το προχωρήσουμε μέχρι τέλους. Ας μιλάμε μόνο με αριθμούς. Ο 58χρονος πρωθυπουργός, ο 68χρονος υπουργός, ο 55χρονος εισαγγελέας, ο 46χρονος γραμματέας. Να καταργήσουμε τα ονόματα, τις διαδρομές, τις ευθύνες, τις επιλογές. Να μείνει μόνο ο αριθμός, σαν ταμπελάκι.

Κι όμως, οι άνθρωποι επιμένουν να χαλάνε το μέτρημα. Έχουν ύφος. Έχουν σιωπές. Έχουν βλέμματα που λένε περισσότερα από την ημερομηνία γέννησης. Μπαίνουν σε ένα δωμάτιο και κουβαλούν όλη τους τη ζωή στους ώμους - όχι το πιστοποιητικό γέννησης.

Η αριθμολαγνεία της ενημέρωσης είναι βολική. Καθαρή. Απρόσωπη. Η εμμονή με την ηλικία στις ειδήσεις δεν είναι αθώα. Δημιουργεί στερεότυπα, φορτίζει γεγονότα με υπονοούμενα, υποβαθμίζει τον άνθρωπο σε κατηγορία και το γεγονός σε στατιστικό.

Όμως κάτι τέτοιο θα ακουγόταν παράλογο. Γιατί; Επειδή γνωρίζουμε - έστω και ασυνείδητα - ότι η ηλικία δεν λέει σχεδόν τίποτα για την ουσία ενός ανθρώπου. Δεν περιγράφει τον χαρακτήρα του, την κρίση του, την ευαισθησία ή την ωριμότητά του. Δεν εξηγεί ούτε την πράξη ούτε το κίνητρο.

H ζωή δεν γράφεται με χάρακα. Δεν μετριέται σε χρόνια, ούτε χωρά σε τίτλους. Οι άνθρωποι δεν είναι ηλικίες που περπατούν. Είναι ιστορίες που αναπνέουν. Κι αν επιμένουμε να τους ονομάζουμε πρώτα με αριθμούς, ας μην απορούμε όταν ξεχνάμε πως μοιάζουν. Όταν δεν τους αναγνωρίζουμε πια ως πρόσωπα. Όταν τελικά, γινόμαστε κι εμείς ένας ακόμη αριθμός στο πλήθος. Ίσως ήρθε η στιγμή να επιστρέψουμε στο αυτονόητο: να βλέπουμε πρώτα τον άνθρωπο και μετά τα στοιχεία του. 

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Πολιτική φιλοσοφία - η πολιτική είναι δικαίωμα όλων των πολιτών ή υπόθεση επαγγελματιών και μηχανισμών εξουσίας;

 Αρχαία Αθήνα, η πολιτική ως καθήκον του πολίτη


«Η πολιτική δεν ανήκει στους ειδικούς αλλά στον δήμο».
Θεωρούσε ότι ιδιώτης είναι αυτός που δεν συμμετέχει στα κοινά και ότι πολιτική δεν είναι επάγγελμα αλλά τρόπος ζωής.

«Ὁ μὴ μετέχων τῶν κοινῶν οὐκ ἀπράγμων, ἀλλ ̓ ἀχρεῖος.» (Θουκυδίδης)

Οι περισσότερες θέσεις δίνονταν με κλήρο, όχι με εκλογή, με στόχο, να αποφευχθεί η πολιτική ελίτ και να εμποδιστεί η κληρονομικότητα.
Για τους Αθηναίους, η εκλογή ευνοεί τους «αρίστους» και τους γνωστούς - όχι τον δήμο. Σχεδόν κανένα αξίωμα δεν ήταν μόνιμο. Η πολιτική δεν μπορούσε να γίνει καριέρα.

Η αρχαία Αθήνα θεωρούσε την οικογενειακή πολιτική παράδοση, ολιγαρχική παρέκκλιση, την πολιτική καριέρα θεσμική διαφθορά και την παθητική αντιπροσώπευση απώλεια της ελευθερίας.
Εκεί όπου η Αθήνα έβλεπε αρετή, η σύγχρονη πολιτική βλέπει εξειδίκευση.

-Στην Ελλάδα σήμερα η πολιτική θεωρείται καριέρα, ή θέαμα και όχι καθήκον εναλλασσόμενο.
Δεν υπάρχει κλήρωση, περιορισμός θητειών, ουσιαστική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων. Ο σύγχρονος «ιδιώτης» είναι πολιτικά μορφωμένος, αλλά πρακτικά αποκλεισμένος.

-Η ελληνική πολιτική πραγματικότητα δείχνει συγκέντρωση εξουσίας, αναπαραγωγή ελίτ, αποσύνδεση πολιτών από πράξη.
Η πολιτική δεν εξαφανίζεται, αλλά μεταφράζεται σε διαχείριση.
Ενώ υπάρχει υψηλή πολιτικοποίηση στη γλώσσα και στην ταυτότητα, υπάρχει χαμηλή πραγματική μικροπολιτική αυτονομία.

-Τι θα σήμαινε «ελληνική επαναπολιτικοποίηση».
Όχι επανάσταση, αλλά θεσμική μετατόπιση.
Kληρωτά πολιτικά σώματα (πολίτες σε επιτροπές), περιορισμοί θητειών σε βουλευτές, υποχρεωτική δημόσια λογοδοσία, ενίσχυση τοπικής αυτοδιοίκησης με πραγματικές αρμοδιότητες, πολιτική παιδεία όχι ως μάθημα, αλλά ως πρακτική συμμετοχή.

Επιπλέον δεσμευτικά αποτελέσματα, όχι μόνο διαβουλεύσεις. Σταδιακή εφαρμογή και εκπαίδευση των πολιτών, αποφυγή πλήρους ελέγχου από κόμματα, χρήση ψηφιακών εργαλείων συμπληρωματικά, όχι αντικαταστατικά, σαφή λογοδοσία πολιτικών.

Η ελληνική πολιτική δεν πάσχει από έλλειψη πολιτικής συνείδησης, αλλά από έλλειψη πολιτικής δυνατότητας.

Gilles Deleuze (1925-1995). Είναι βαθιά κριτικός απέναντι στην αντιπροσωπευτική, επαγγελματοποιημένη πολιτική. Δεν πιστεύει ότι η πολιτική εξαντλείται σε θεσμούς, κόμματα ή επαγγελματίες πολιτικούς.

-Η πολιτική είναι παντού, όχι μόνο στο κράτος, αλλά και στις καθημερινές σχέσεις, στις επιθυμίες, στις μορφές ζωής («μικροπολιτική»).
-Η εξουσία δεν συγκεντρώνεται μόνο “πάνω”, αλλά διαχέεται σε κοινωνικούς μηχανισμούς. -Οι επαγγελματικές πολιτικές ελίτ τείνουν να αναπαράγουν το υπάρχον σύστημα, ακόμη κι όταν εμφανίζονται ως “αντιπολιτευόμενες”.

-Προκρίνει μορφές συμμετοχής, πειραματισμού και συλλογικής δράσης έξω από τα παραδοσιακά κανάλια.
Η πολιτική ανήκει στους πολίτες, αλλά όχι απαραίτητα με τη μορφή του «γίνομαι πολιτικός». Ανήκει σε όσους παράγουν νέες μορφές συλλογικής ζωής και αντιστέκονται στη μονοπώληση της πολιτικής από μηχανισμούς.

Wendy Brown (1955-). Ασκεί δριμεία κριτική στον νεοφιλελευθερισμό, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για την αποπολιτικοποίηση των πολιτών.
-Ο νεοφιλελευθερισμός μετατρέπει τους πολίτες σε
«ανθρώπινο κεφάλαιο», όχι σε πολιτικά υποκείμενα.

-Η πολιτική γίνεται υπόθεση τεχνοκρατών, ειδικών και επαγγελματικών ελίτ.
-Οι δημοκρατικοί θεσμοί παραμένουν τυπικά, αλλά αδειάζουν από ουσιαστική συμμετοχή. -Η «πολιτική καριέρα» αντικαθιστά την πολιτική ως συλλογική αυτοκυβέρνηση.
-Η πολιτική θα έπρεπε να ανήκει στους πολίτες.
-Όμως στην πράξη έχει καταληφθεί από μηχανισμούς συμφερόντων και επαγγελματίες, γεγονός που υπονομεύει τη δημοκρατία.

Max Weber (1864-1920). Πιο ρεαλιστής και λιγότερο κανονιστικός. Στο έργο του «Η πολιτική ως επάγγελμα» (1919), αποδέχεται ότι η πολιτική έχει γίνει επάγγελμα, αλλά θέτει αυστηρές προϋποθέσεις.
Διακρίνει ανάμεσα σε όσους ζουν
«για την πολιτική» και όσους ζουν «από την πολιτική». Θεωρεί αναπόφευκτη την ύπαρξη επαγγελματιών πολιτικών σε μαζικές κοινωνίες.

Το πρόβλημα δεν είναι η επαγγελματοποίηση καθαυτή, αλλά η έλλειψη ήθους ευθύνης και η μετατροπή της πολιτικής σε απλό μέσο προσωπικού οφέλους.
Υποστηρίζει μια μορφή ηγετικής δημοκρατίας, όπου οι πολίτες επιλέγουν ηγέτες, αλλά δεν κυβερνούν άμεσα.

Ο Weber δεν πιστεύει ότι όλοι οι πολίτες μπορούν ή πρέπει να πολιτεύονται επαγγελματικά, αλλά, θεωρεί ότι η πολιτική οφείλει να λογοδοτεί στους πολίτες και ότι χωρίς ισχυρή ηθική ευθύνης, οι πολιτικοί μηχανισμοί εκφυλίζονται.

Ο Deleuze και η Brown είναι πιο ριζοσπαστικά επικριτικοί. Ο Weber είναι πιο πραγματιστής, αλλά όχι απολογητικός.

Και οι τρεις, τελικά, θα συμφωνούσαν ότι χωρίς ενεργούς πολίτες, η πολιτική χάνει τη δημοκρατική της νομιμοποίηση, ακόμη κι αν ασκείται “επαγγελματικά”, αναγνωρίζοντας με διαφορετικό τρόπο ο καθένας το πρόβλημα της πολιτικής ως κλειστού επαγγέλματος. 


Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Η Μουσική και η Τέχνη ως Πράξη Αντίστασης και Ελπίδας

 Η πολιτική και η μοίρα της ανθρωπότητας διαμορφώνονται από ανθρώπους χωρίς ιδανικά και χωρίς μεγαλείο. Άνθρωποι που έχουν μεγαλείο μέσα τους δεν ασχολούνται με την πολιτική (Αλμπέρ Καμύ).

Ο Κίρκεγκωρ διερεύνησε τη σχέση ανάμεσα στη μουσική και τον λόγο, τονίζοντας ότι ενώ ο λόγος είναι περιορισμένος από τη δομή και τη λογική, η μουσική είναι ικανή να εκφράσει τις αποχρώσεις της ανθρώπινης ψυχής πέρα από τις λέξεις. Αυτή η διάκριση είναι καθοριστική για την κατανόηση του υπαρξιακού του προβληματισμού: η μουσική εκφράζει το άφατο, ενώ η γλώσσα προσπαθεί να το αιχμαλωτίσει και να το μετατρέψει σε ιδέες.

Σε έναν κόσμο που μοιάζει να καταρρέει πολιτικά και ηθικά και όπου η πολιτική χάνει σταδιακά το νόημά της, η μουσική και η τέχνη παραμένουν ίσως οι τελευταίοι χώροι αληθινής ελευθερίας. Μέσα στον θόρυβο της παγκόσμιας κρίσης, η μουσική γίνεται φωνή και η τέχνη καταφύγιο.

Ζούμε σε μια εποχή βαθιάς πολιτικής παρακμής και θεσμικής φθοράς. Η δημοκρατία, άλλοτε το ιδεώδες της συλλογικής ελευθερίας, μοιάζει ολοένα και περισσότερο με τελετουργία δίχως ουσία, ενώ η τεχνολογία, αν και θαύμα του ανθρώπινου νου, έχει μετατραπεί σε εργαλείο αποξένωσης και ελέγχου. Η δημοκρατία λειτουργεί ολοένα και συχνότερα ως σκηνικό παρά ως πράξη, ενώ η τεχνολογία κυριαρχεί χωρίς να λυτρώνει. Οι παγκόσμιες κρίσεις – περιβαλλοντικές, κοινωνικές, οικονομικές – πολλαπλασιάζονται με ρυθμούς που ξεπερνούν τη φαντασία. Κι εν μέσω αυτής της γενικευμένης αστάθειας, η σύγχρονη πολιτική μοιάζει ανίκανη να προσφέρει όραμα.

Μέσα σε αυτό το υπαρξιακό κενό, όπου οι παλιές αφηγήσεις έχουν καταρρεύσει και οι νέες δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, η μουσική και η τέχνη γενικότερα παραμένουν οι τελευταίοι πυλώνες νοήματος. Όχι ως διακοσμητικά στοιχεία ή απλές ψυχαγωγικές διαφυγές, αλλά ως ζωντανές εκφράσεις της ανθρώπινης συνείδησης. Είναι το καταφύγιο της ψυχής αλλά και η τελευταία αντίσταση απέναντι στην πολιτική απάθεια.

Σε αυτό το σημείο, η σημερινή εποχή προσθέτει μια ακόμη πρόκληση. Στον κόσμο της επιτάχυνσης, της ψηφιακής υπερπληροφόρησης και της αδιάκοπης κατανάλωσης, η τέχνη καλείται να υπάρξει μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν αντέχει τη σιωπή ούτε την αμφισημία. Η μουσική, προσβάσιμη παντού και συνεχώς παρούσα, κινδυνεύει να απογυμνωθεί από το υπαρξιακό της βάθος και να μετατραπεί σε απλό φόντο της καθημερινότητας. Οι αλγόριθμοι αντικαθιστούν την προσωπική αναζήτηση, προτείνουν, ταξινομούν και ομογενοποιούν, επιβάλλοντας μια αισθητική κανονικότητα που ακυρώνει το ρίσκο και τη σύγκρουση.

Κι όμως, ακριβώς μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η διάκριση του Κίρκεγκωρ αποκτά νέα επικαιρότητα. Εκεί όπου ο λόγος οργανώνει, εξηγεί και καταναλώνει το νόημα, η μουσική εξακολουθεί να το υπερβαίνει. Ό,τι δεν μεταφράζεται σε δεδομένα, ό,τι δεν υπακούει στη λογική της απόδοσης και της χρησιμότητας, παραμένει ζωντανό ως πράξη ελευθερίας. Η αυθεντική μουσική σήμερα είναι βαθιά πολιτική, όχι επειδή διακηρύσσει θέσεις, αλλά επειδή αρνείται να ευθυγραμμιστεί με τον μηχανισμό που μετατρέπει κάθε ανθρώπινη εμπειρία σε προϊόν.

Εκεί που αποτυγχάνει η πολιτική, συχνά μιλά η τέχνη. Η μουσική, η ζωγραφική, η λογοτεχνία, το θέατρο και ο κινηματογράφος δεν λειτουργούν απλώς ως «παρηγοριά» ή «φυγή», όπως συχνά υποτιμητικά λέγεται. Είναι πράξεις πολιτιστικής αντίστασης — όχι απαραίτητα κομματικής, αλλά βαθιά υπαρξιακής και ανθρώπινης.

Η μουσική ειδικά φέρει μέσα της μια ιδιότυπη δύναμη: δεν εξηγεί, δεν αναλύει, δεν επιχειρηματολογεί. Κατορθώνει όμως να συγκινεί, να αφυπνίζει και να ενώνει. Σε καιρούς κρίσης μπορεί να γίνει συλλογική κραυγή, μυστική καταφυγή ή υπόγειο ρεύμα που παρασύρει όσα το κατεστημένο επιχειρεί να επιβάλει ως αναπόφευκτα.

Ταυτόχρονα, η μουσική της εποχής μας συνεχίζει να γεννιέται από τη ρωγμή. Από τη μοναξιά των σύγχρονων πόλεων, από την κοινωνική ματαίωση, από την κόπωση ενός κόσμου που υπόσχεται τα πάντα και προσφέρει ελάχιστα. Εκεί όπου η πολιτική γλώσσα έχει φθαρεί και οι λέξεις έχουν χάσει το βάρος τους, ο ήχος διατηρεί ακόμη την αλήθεια του. Δεν πείθει, δεν εξηγεί, δεν χειραγωγεί· απλώς εκθέτει.

Στο πνεύμα του Καμύ, η καλλιτεχνική δημιουργία δεν είναι απόδραση από το παράλογο, αλλά συνειδητή στάση απέναντί του. Η μουσική γίνεται έτσι μια μορφή εξέγερσης χωρίς βία, μια άρνηση να αποδεχθούμε την αδικία, την απάθεια και την αποξένωση ως φυσική κατάσταση. Δημιουργεί κοινότητες εκεί όπου κυριαρχεί η διάλυση και προσφέρει την πιο στοιχειώδη αλλά και πιο ριζοσπαστική υπενθύμιση: ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν εξαντλείται στη λειτουργικότητα και στον έλεγχο.

Η τέχνη γενικά δεν υπακούει στα πρότυπα της χρησιμότητας. Ακριβώς γι’ αυτό είναι αναγκαία. Δεν αποδίδει άμεσα «λύσεις», αλλά προσφέρει κάτι βαθύτερο: ερμηνεία, συγκίνηση, κοινότητα, ταύτιση. Σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι αποξενώνονται, η τέχνη προσφέρει εμπειρία. Σε έναν κόσμο που πνίγεται από δεδομένα, προσφέρει νόημα.

Ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η μνήμη των λαών, η εσωτερική τους φωνή, η ανθεκτικότητά τους απέναντι στο αόρατο. Η τέχνη δεν σταματά τους πολέμους, αλλά μπορεί να φυλάξει μέσα της το τραύμα και την ελπίδα για κάθαρση. Δεν αλλάζει καθεστώτα, αλλά αλλάζει ανθρώπους. Και αυτοί, αργά ή γρήγορα, αλλάζουν τον κόσμο.

Σε αυτή τη μεταβατική φάση της Ιστορίας, όπου βρισκόμαστε ανάμεσα σε έναν κόσμο που τελειώνει και σε έναν άλλον που δεν έχει ακόμη γεννηθεί, η μουσική και η τέχνη μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρα. Όχι μόνο μεταξύ εποχών, αλλά και μεταξύ ανθρώπων, μέσα σε ένα κλίμα απομόνωσης, σύγχυσης και φόβου. Δεν υπόσχονται σωτηρία, δεν είναι εδώ για να «φτιάξουν» τον κόσμο. Είναι εδώ για να τον υπενθυμίσουν.

Ίσως τελικά, σε έναν κόσμο που απογυμνώνεται από νόημα και μεγαλείο, η μουσική και η τέχνη να μην είναι απλώς έκφραση· να είναι πράξη αντίστασης και πράξη ελπίδας ταυτόχρονα. 

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Το σύνδρομο της ύβρεως στην αρχαία ελληνική αντίληψη

Στην αρχαία ελληνική σκέψη, η ύβρις δεν αποτελούσε απλώς μια ψυχολογική κατάσταση ή ηθικό ελάττωμα, αλλά μια βαθιά διαταραχή της σχέσης του ανθρώπου με την πραγματικότητα: το μέτρο και τη θεϊκή τάξη. Η ύβρις συνδέεται με την αλαζονεία, την υπέρβαση των φυσικών και ηθικών ορίων και την πεποίθηση ότι το άτομο βρίσκεται υπεράνω νόμων, ανθρώπινων και θεϊκών.

Ο υβριστής δεν σφάλλει απλώς· παραμορφώνει την ίδια την αντίληψή του για τον κόσμο, θεωρώντας τις προσωπικές του κρίσεις απόλυτες και αδιαμφισβήτητες. Έτσι η ύβρις μπορεί να ιδωθεί ως μια πρώιμη φιλοσοφική σύλληψη αυτού που σήμερα θα ονομάζαμε διαστρεβλωμένη αυτοαντίληψη και γνωσιακή τύφλωση.

Οι αρχαίοι Έλληνες αναγνώριζαν ότι η ύβρις δεν γεννιέται μόνο εντός του ατόμου, αλλά καλλιεργείται και από το περιβάλλον. Τέτοιοι παράγοντες είναι:

-Η εξουσία. H μακροχρόνια κατοχή δύναμης (πολιτικής, στρατιωτικής ή κοινωνικής) ενισχύει την αίσθηση ανωτερότητας και ατιμωρησίας.

-Η συνεχής επιτυχία και η απουσία αποτυχίας, οδηγεί στην ψευδαίσθηση του αλάθητου.

 -Η κολακεία και η σιωπή των άλλων. Όταν το περιβάλλον αποφεύγει την κριτική ή επιβραβεύει άκριτα, η ύβρις ενδυναμώνεται. Πολλοί υβριστές πίστευαν ότι ενεργούν με θεϊκή εύνοια ή ιστορική αναγκαιότητα.

Αν και η ύβρις δεν είναι ιατρικός όρος, όσοι διακατέχονται από αυτήν εμφανίζουν, πνευματική τύφλωση (ἄτη), έλλειψη ενσυναίσθησης, παρορμητικές και αυταρχικές αποφάσεις, αδυναμία αναγνώρισης λαθών, σύγκρουση με την κοινωνική και ηθική τάξη.

Η αναπόφευκτη κατάληξη σύμφωνα με την αρχαία κοσμοαντίληψη, είναι η νέμεσις, η αποκατάσταση της τάξης μέσω της πτώσης, της τιμωρίας ή της συντριβής.

Το «σύνδρομο της ύβρεως», όπως το αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι Έλληνες, αποτελεί μια διαχρονική προειδοποίηση. Όταν ο άνθρωπος χάνει το μέτρο, απολυτοποιεί τον εαυτό του και απορρίπτει κάθε αντίλογο, τότε αποκόπτεται από την πραγματικότητα και οδηγείται αναπόφευκτα στην πτώση.

Η μετατόπιση από τη συλλογική πολιτική στη χαρισματική αυθεντία αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα πολιτικής ύβρεως.

Η έννοια της ύβρεως αποτελεί έναν από τους πιο διαχρονικούς φακούς κατανόησης της πολιτικής εξουσίας. Στην αρχαία τραγωδία, η ύβρις δεν είναι απλώς αλαζονεία· είναι η απώλεια του μέτρου, η αλλοίωση της κρίσης που γεννά η δύναμη, η βεβαιότητα ή η γνώση. Οι μορφές του Κρέοντα και του Οιδίποδα προσφέρουν δύο διαφορετικά, αλλά συμπληρωματικά, αρχέτυπα πολιτικής ύβρεως που επανεμφανίζονται με εντυπωσιακή ακρίβεια στη σύγχρονη πολιτική σκηνή.

Κρέων, η ύβρις της εξουσίας και της αυθεντίας. Στην Αντιγόνη ενσαρκώνει την ύβρη της εξουσίας. Ταυτίζει τον εαυτό του με το κράτος και τον νόμο με τη δική του βούληση. Η διαφωνία δεν είναι για εκείνον στοιχείο δημοκρατικού λόγου αλλά απειλή. Απορρίπτει τις συμβουλές, απαξιώνει τον διάλογο και πιστεύει ότι η τάξη διασφαλίζεται μόνο μέσω της επιβολής.

Στη σύγχρονη πολιτική ψυχολογία, ο Κρέων αντιστοιχεί στον ηγέτη που εμφανίζει χαρακτηριστικά αυταρχικής προσωπικότητας και ναρκισσισμού εξουσίας· απόλυτη βεβαιότητα, μηδενική ανοχή στην κριτική, προσωποποίηση της εξουσίας.

Η νέμεση στον Κρέοντα, δεν έρχεται ως ηθικό δίδαγμα αλλά ως πολιτική και ιστορική κατάρρευση.

Οιδίποδας, η ύβρις της γνώσης και της βεβαιότητας. Δεν διακατέχεται από αυταρχισμό αλλά από υπερβολική εμπιστοσύνη στη λογική και την ευφυΐα του. Έχει λύσει το αίνιγμα της Σφίγγας, πιστεύει στη δύναμη της γνώσης και θεωρεί ότι μπορεί να ελέγξει την πραγματικότητα μέσω της έρευνας και της βεβαιότητας. Η ύβρις του δεν είναι εξουσιαστική αλλά γνωσιακή.

Απορρίπτει προειδοποιήσεις, ερμηνεύει τη διαφωνία ως συνωμοσία και πιστεύει ότι η αλήθεια θα τον δικαιώσει. Όμως η αναζήτηση της αλήθειας χωρίς αυτογνωσία οδηγεί στην τραγική αυτοαποκάλυψη.
Στον Οιδίποδα, η νέμεση δεν είναι τιμωρία αλλά οδυνηρή επίγνωση της πλάνης.

Ο Κρέων και ο Οιδίποδας εκπροσωπούν δύο διαφορετικές όψεις της ίδιας ανθρώπινης αδυναμίας: ο πρώτος την ύβρη της εξουσίας χωρίς όρια, ο δεύτερος την ύβρη της βεβαιότητας χωρίς αυτογνωσία.

Η αρχαία και η σύγχρονη σκέψη συμφωνούν σε ένα σημείο· χωρίς μέτρο, χωρίς αυτογνωσία και χωρίς θεσμικά αντίβαρα, η εξουσία οδηγεί αναπόφευκτα στη νέμεση. 

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Η σιωπή ως μορφή διακυβέρνησης

Η σύγχρονη πολιτική κουλτούρα δεν μπορεί πλέον να αναλυθεί ως κρίση εκπροσώπησης ή ως απώλεια νομιμοποίησης. Πρόκειται για μια βαθύτερη μετατόπιση: τη μετάβαση από την πολιτική ως πεδίο σύγκρουσης στην πολιτική ως καθεστώς ρύθμισης. Η σιωπή δεν αποτελεί παρενέργεια αυτής της μετάβασης, αποτελεί δομικό της στοιχείο.

Το κράτος, στο κλασικό βεμπεριανό σχήμα (Max Weber 1864-1920), ορίζεται από τη διεκδίκηση του μονοπωλίου της νόμιμης βίας. Ωστόσο, στις ώριμες μορφές κρατικής εξουσίας, η βία παύει να λειτουργεί κυρίως ως πράξη και μετασχηματίζεται σε ενδεχόμενο. Η ισχύς δεν ασκείται διαρκώς, εσωτερικεύεται. Η απειλή της βίας αρκεί για να παραγάγει πειθαρχημένα υποκείμενα χωρίς συνεχή καταστολή.

Αυτή η εσωτερίκευση δεν είναι μόνο θεσμική αλλά και ψυχική. Η πολιτική εξουσία επιτυγχάνει όταν οι κοινωνικές υποκειμενικότητες μαθαίνουν να αυτορυθμίζονται, να περιορίζουν τις επιθυμίες τους, να αντιλαμβάνονται τη σύγκρουση ως διακινδύνευση της ίδιας τους της ύπαρξης. Ο φόβος, έτσι, παύει να είναι εξωτερικός καταναγκασμός και γίνεται κατηγορία σκέψης.

Η δημοκρατία, σε αυτό το πλαίσιο, δεν αναιρείται ρητά. Διατηρεί τις τυπικές της διαδικασίες, αλλά αποσυνδέεται από το συγκρουσιακό της περιεχόμενο. Όπως επισημαίνει ο Ντέηβιντ Ράνσιμαν (David Ranciman 1967-), οι σύγχρονες δημοκρατίες δεν πεθαίνουν μέσω ανατροπών, αλλά μέσω σταδιακής αποπολιτικοποίησης. Η πολιτική μετατρέπεται σε διαχείριση αναγκαιοτήτων και η δυνατότητα του «άλλως έχειν» εξαφανίζεται από τον ορίζοντα του νοητού.

Ο νεοφιλελευθερισμός, όπως τον αναλύει η Γουέντι Μπράουν (Wendy Brown 1955-), δεν περιορίζεται στη σφαίρα της οικονομίας. Αποτελεί ολικό καθεστώς λογικοποίησης της κοινωνικής ζωής. Το υποκείμενο συγκροτείται ως φορέας κεφαλαίου, υπεύθυνος για τη διαρκή αυτοβελτιστοποίησή του. Η πολιτική δράση, σε αυτό το σχήμα, εκλαμβάνεται ως σφάλμα διαχείρισης, μια επιλογή που απειλεί την «αξία» του εαυτού.

Από αυτή τη σκοπιά, η σιωπή δεν είναι απλώς αδυναμία λόγου, αλλά ορθολογική στρατηγική. Η μη εμπλοκή παρουσιάζεται ως ένδειξη ωριμότητας, ενώ η σύγκρουση στιγματίζεται ως ανορθολογική εκτροπή. Η κοινωνία δεν καταστέλλεται· εκπαιδεύεται να αυτοπεριορίζεται.

Ο δημόσιος λόγος, αντιθέτως, δεν εξαφανίζεται. Πολλαπλασιάζεται και κατακερματίζεται. Η υπερπαραγωγή λόγου, απαλλαγμένου από συνέπειες, λειτουργεί ως υποκατάστατο της πολιτικής πράξης. Η κριτική ενσωματώνεται ως ακίνδυνη λειτουργία του συστήματος, επιτρέποντας την εκτόνωση χωρίς μετασχηματισμό. Ο σχολιασμός υποκαθιστά τη δέσμευση.

Οι κοινωνίες του ελέγχου, όπως τις περιέγραψε ο Ζιλ Ντελέζ (Gilles Deleuse 1925-1995), ολοκληρώνουν αυτό το σχήμα. Η εξουσία δεν οργανώνεται πλέον γύρω από απαγορεύσεις, αλλά γύρω από συνεχή αξιολόγηση, ρύθμιση και προσαρμογή. Η επιτήρηση βιώνεται ως κανονικότητα, όχι ως επιβολή. Το υποκείμενο καθίσταται ο ίδιος ο φορέας του ελέγχου του.

Έτσι συγκροτείται μια πολιτική κουλτούρα πλήρως λειτουργική για την αναπαραγωγή της εξουσίας και ταυτόχρονα ανίκανη να παραγάγει πολιτική υποκειμενικότητα. Η σύγκρουση εκλαμβάνεται ως απειλή για τη σταθερότητα, όχι ως όρος της δημοκρατίας. Η σιωπή καθίσταται κανονιστική αξία.

Σε αυτή τη συνθήκη, το πρόβλημα δεν είναι ότι η κοινωνία δεν μιλά. Είναι ότι έχει μάθει να αντιλαμβάνεται τη σιωπή ως φυσική κατάσταση. Και όταν η σιωπή παύει να βιώνεται ως έλλειμμα, παύει και η δυνατότητα της ρήξης. 

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2025

Η Εγχώρια και Παγκόσμια Πολιτική Συγκυρία - Από την Κρίση της Δημοκρατίας στην ιδέα του Οικουμενικού Ανθρώπου (περίοδος Αναγέννησης)

 Η σύγχρονη πολιτική σκηνή χαρακτηρίζεται από πολλαπλές και αλληλοδιαπλεκόμενες κρίσεις: θεσμική, οικονομική, δημογραφική και πολιτισμική. Στην Ελλάδα, φαινόμενα όπως τα σκάνδαλα διαχείρισης ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, η δραματική μείωση γεννήσεων και η μεταναστευτική πολιτική, δείχνουν τον αγώνα μιας κοινωνίας ανάμεσα στη σταθεροποίηση και στη διολίσθηση προς αυταρχικές πρακτικές.

Παράλληλα, σε παγκόσμιο επίπεδο, πολιτικοί στοχαστές όπως οι David Runciman και Wendy Brown αναδεικνύουν τον μετασχηματισμό της δημοκρατίας σε ένα πεδίο διαρκούς αβεβαιότητας, όπου η τεχνολογία και η υπερπολιτικοποίηση της καθημερινότητας διαλύουν τα παραδοσιακά όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου.

Η Ελλάδα βιώνει μια έντονη κοινωνική και θεσμική αστάθεια. Η αποκάλυψη εκτεταμένων σκανδάλων στις γεωργικές επιδοτήσεις υπονομεύει την αξιοπιστία του κράτους δικαίου και απειλεί με σοβαρά πρόστιμα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, η δραστική πτώση της υπογεννητικότητας οδηγεί στο κλείσιμο σχολικών μονάδων και θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Το μεταναστευτικό είναι ένα από τα πολύ σημαντικά ζητήματα που απασχολεί και τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της άμυνας με δαπάνες δισεκατομμυρίων συνιστά απόπειρα δημιουργίας ενός ισχυρού κράτους, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει την ανασφάλεια μιας κοινωνίας που αισθάνεται περικυκλωμένη από κινδύνους.

Σε διεθνές επίπεδο, η δημοκρατία αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις. Ο Runciman έχει αναδείξει την "τοξικότητα" της σύγχρονης πολιτικής, καθώς οι δημοκρατίες μοιάζουν παγιδευμένες σε έναν φαύλο κύκλο πόλωσης, παραπληροφόρησης και εξάρτησης από τεχνολογικούς μεσολαβητές. Η πολιτική λειτουργεί πλέον μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία δεν απελευθερώνει αλλά χειραγωγεί.

Η Wendy Brown, από την πλευρά της, τονίζει ότι η υπερπολιτικοποίηση της καθημερινότητας, όπου ακόμα και οι καταναλωτικές επιλογές αποκτούν πολιτική διάσταση, οδηγεί σε διάλυση των παραδοσιακών ορίων ανάμεσα στο πολιτικό και το ιδιωτικό. Αυτή η διάχυση του πολιτικού καθιστά δύσκολη τη διάκριση των πεδίων δράσης και υπονομεύει την ίδια την έννοια της συλλογικής αυτονομίας.

Η ανάλυση των δύο στοχαστών φωτίζει μια κοινή συνισταμένη: ο σύγχρονος κόσμος κυβερνάται από ασαφείς θεωρίες και ρευστές επιδράσεις. Η τεχνολογία, που υπόσχεται διαφάνεια και συμμετοχή, καταλήγει να ενισχύει τις ασυμμετρίες της εξουσίας. Η δημοκρατία μετατρέπεται σε πεδίο αβεβαιότητας, όπου τα όρια μεταξύ γνώσης, πληροφορίας και ιδεολογίας γκρεμίζονται.

Ωστόσο, αυτή η ρευστότητα μπορεί να αναγνωσθεί και ως ευκαιρία. Οι τεχνολογικές επινοήσεις ανοίγουν δυνατότητες για νέες συνδέσεις μεταξύ τομέων και ιδεών. Η ιδέα του του Οικουμενικού Ανθρώπου της περιόδου της Αναγέννησης, ενός υποκειμένου που υπερβαίνει τεχνητά όρια και αγκαλιάζει την κοινή μας πραγματικότητα, μπορεί να αποτελέσει απάντηση στην κρίση. Το ιδανικό αυτό δεν αναιρεί τις προκλήσεις της εποχής, αλλά τις μετατρέπει σε κίνητρα για κριτική σκέψη, δημιουργικότητα και διασύνδεση πέρα από σύνορα και ιδεολογικούς κατακερματισμούς.

Η εγχώρια και παγκόσμια πολιτική συγκυρία αποκαλύπτει μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και στις διαδικασίες της δημοκρατίας. Στην Ελλάδα, αυτή η κρίση εκδηλώνεται μέσα από σκανδαλώδη φαινόμενα κακοδιαχείρισης, δημογραφική κατάρρευση και αυστηρές πολιτικές ασφάλειας. Σε διεθνές επίπεδο, οι στοχασμοί των Runciman και Brown δείχνουν ότι η ίδια η έννοια του πολιτικού μετασχηματίζεται σε ένα πεδίο υπερβολικής φόρτισης και αβεβαιότητας.

Μέσα σε αυτό το τοπίο, η ιδέα του Οικουμενικού Ανθρώπου αποκτά καίρια σημασία, ως ένα κάλεσμα για αναστοχασμό, επανεφεύρεση και σύνθεση, όπου η τεχνολογία και η πολιτική δεν θα είναι όργανα κατακερματισμού αλλά εργαλεία συλλογικής δημιουργίας. 

Όταν οι άνθρωποι γίνονται αριθμοί - Η Δημοκρατία των Αριθμών

  Ανοίγει κανείς μια ειδησεογραφική ιστοσελίδα και συναντά ξανά το ίδιο μοτίβο: «Ο 67χρονος...», «η 42χρονη...», «ο 75χρονος...». Σα...