Όταν συγκινούμαι από ένα τονικό έργο σήμερα, νιώθω νόημα και ομορφιά. Όταν με αγγίζει κάτι ατονικό, ρευστό ή ηλεκτροακουστικό, νιώθω αλήθεια και ελευθερία. Δεν πρόκειται για αισθητική ασυνέπεια· πρόκειται για δύο διαφορετικούς τρόπους σχέσης με τον κόσμο.
Η τονικότητα μου προσφέρει την εμπειρία της μορφής που «κρατά». Η αρμονία επιστρέφει, η ένταση λύνεται, το θέμα αναγνωρίζεται. Η συγκίνηση εδώ δεν είναι μόνο συναισθηματική· είναι υπαρξιακή. Είναι η εμπειρία ότι ο κόσμος μπορεί να οργανωθεί, ότι η ένταση μπορεί να αποκτήσει μορφή, ότι το χάος μπορεί να ενσωματωθεί σε μια νοηματική συνοχή. Η ομορφιά αναδύεται όταν το νόημα γίνεται αισθητό μέσα από τη μορφή.
Η ατονικότητα, αντίθετα, δεν υπόσχεται επιστροφή. Δεν εγγυάται κέντρο. Δεν παρέχει τελεολογική ανακούφιση. Κι όμως, εκεί βιώνεται μια άλλη ποιότητα παρουσίας. Kάτι απολύτως ειλικρινές, χωρίς καλλωπισμό, χωρίς παρηγορητική δομή. Η αλήθεια εδώ δεν είναι λύση· είναι αποδοχή της μη-λύσης. Και η ελευθερία γεννιέται όταν δεν απαιτείται επιβεβαίωση ενός αρμονικού κέντρου.
Αυτό αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: δεν αναζητώ ούτε «κέντρο» ούτε «ρήξη» ως ιδεολογική τοποθέτηση. Στη μία περίπτωση αναζητώ μορφοποιημένο νόημα· στην άλλη, υπαρξιακή ειλικρίνεια. Και ίσως αυτό είναι το κατεξοχήν σύγχρονο στοιχείο.
Ο 20ός και ο 21ος αιώνας διεύρυναν ριζικά το ερώτημα. Η μουσική δεν περιορίζεται πλέον στην αντιπαράθεση τονικότητας και ατονικότητας. Η ηλεκτροακουστική δημιουργία μετέφερε το ενδιαφέρον από την αρμονική λειτουργία στο ίδιο το ηχητικό φαινόμενο: στη φασματική του δομή, στην υφή, στον χωρικό του προσδιορισμό. Ο ήχος έπαψε να είναι απλώς φορέας μελωδίας και έγινε υλικό προς διερεύνηση. Η σύνθεση μετατράπηκε σε πεδίο έρευνας της αντίληψης.
Παράλληλα, οι πολύτεχνες μορφές και οι διακαλλιτεχνικές πρακτικές επαναπροσδιόρισαν το τι σημαίνει «έργο». Η μουσική εισήλθε στον χώρο, έγινε εγκατάσταση (installation), performance, διαδικασία. Ο ακροατής έπαψε να είναι παθητικός δέκτης και έγινε περιπατητής μέσα σε ηχοτοπία, συμμέτοχος σε εννοιολογικά περιβάλλοντα. Σε πολλές περιπτώσεις, το ίδιο το φυσικό φαινόμενο - η αντήχηση, η σιωπή, η χωρική διάχυση του ήχου - αποτέλεσε το έργο.
Έτσι, το ερώτημα μετατοπίστηκε. Όχι «ποιο είναι το κέντρο» αλλά «πώς βιώνεται ο ήχος». Όχι «ποια είναι η λύση» αλλά «πώς αντιλαμβανόμαστε τη ρωγμή».
Ίσως σήμερα η τονικότητα να μην εκφράζει βεβαιότητα ότι ο κόσμος είναι αρμονικός. Ίσως να εκφράζει επιθυμία για αρμονία. Και ίσως η ατονικότητα και η σύγχρονη συνθετική δημιουργία να μην είναι απλώς ρήξη, αλλά άρνηση ψευδο-συμφιλίωσης. Και τα δύο μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να συγχέονται.
Η ωριμότητα του 21ου αιώνα δεν βρίσκεται στην επιλογή στρατοπέδου. Βρίσκεται στην ικανότητα να αντέχεις ταυτόχρονα την ανάγκη για μορφή και την αποδοχή της αβεβαιότητας. Να επιθυμείς νόημα χωρίς να αρνείσαι τη ρωγμή. Να επιτρέπεις στην ομορφιά να υπάρξει χωρίς να αποσιωπάς την αλήθεια.
Τονικότητα και ατονικότητα, μορφή και ρήξη, παρηγοριά και απογύμνωση. Δεν είναι απλώς τεχνικές, είναι στάσεις απέναντι στην αβεβαιότητα. Η μουσική γίνεται έτσι πεδίο όπου δοκιμάζεται το νόημα, όχι μόνο αισθητικά, αλλά ως τρόπος ύπαρξης.
Ίσως τελικά η σύγχρονη συνείδηση να μην ζητά βεβαιότητες. Ζητά την ικανότητα να ακούμε. Και να αντέχουμε.