Στο έργο Επιτήρηση και Τιμωρία, ο Michel Foucault (1926-1984), ανέλυσε τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους οι σύγχρονες κοινωνίες οργανώνουν την πειθαρχία, τον έλεγχο και την επιτήρηση των ατόμων. Παρότι το βιβλίο επικεντρώνεται στη φυλακή και στους θεσμούς της νεωτερικότητας, τα ερωτήματα που θέτει ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια του σωφρονιστικού συστήματος και παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρα. Σήμερα, σε έναν κόσμο όπου η ασφάλεια, η τεχνολογία και η στρατιωτική ισχύς διαμορφώνουν νέες μορφές εξουσίας, η σκέψη του Φουκώ προσφέρει ένα γόνιμο πλαίσιο για να κατανοήσουμε όχι μόνο την εσωτερική λειτουργία των κρατών αλλά και τις σχέσεις κυριαρχίας που αναπτύσσονται μεταξύ τους.
Το βιβλίο Επιτήρηση και Τιμωρία δεν είναι απλώς μια μελέτη για τις φυλακές. Είναι μια προσπάθεια να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί η εξουσία στις σύγχρονες κοινωνίες. Ο Φουκώ ξεκινά από την ιστορία της τιμωρίας και παρατηρεί ότι, από τον 18ο και τον 19ο αιώνα και μετά, η εξουσία σταδιακά εγκαταλείπει το δημόσιο θέαμα της βίας και στρέφεται σε πιο διακριτικές μορφές ελέγχου. Η φυλακή γίνεται το σύμβολο μιας νέας εποχής, όπου ο στόχος δεν είναι απλώς να τιμωρηθεί το σώμα αλλά να διαμορφωθεί η συμπεριφορά, να παραχθούν πειθαρχημένα και προβλέψιμα υποκείμενα.
Η κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι ότι η φυλακή δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά μοντέλο. Οι ίδιες τεχνικές που εμφανίζονται εκεί συναντώνται στο σχολείο, στο νοσοκομείο, στον στρατό, στο εργοστάσιο, ακόμη και στην καθημερινή ζωή. Η συνεχής παρακολούθηση, η αξιολόγηση, η καταγραφή και η κανονικοποίηση δεν είναι απλώς διοικητικές πρακτικές· είναι μηχανισμοί μέσω των οποίων η εξουσία παράγει συγκεκριμένους τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς. Το περίφημο «Πανοπτικόν» του Jeremy Bentham (1748-1832), λειτουργεί στον Φουκώ ως μεταφορά μιας κοινωνίας όπου οι άνθρωποι εσωτερικεύουν το βλέμμα της εξουσίας και αυτοπειθαρχούνται ακόμη και όταν δεν παρακολουθούνται άμεσα.
Από αυτή την οπτική, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν η σκέψη του Φουκώ μπορεί να συνδεθεί με τη σημερινή διεθνή πολιτική και τις στρατιωτικές επεμβάσεις. Η απάντηση είναι ναι, αλλά όχι με έναν απλό ή άμεσο τρόπο. Ο Φουκώ δεν ανέπτυξε μια ολοκληρωμένη θεωρία για τον πόλεμο ή τις διεθνείς σχέσεις. Ωστόσο, η ανάλυσή του για την εξουσία άνοιξε τον δρόμο για να εξεταστεί πώς τα κράτη οργανώνουν πληθυσμούς, παράγουν λόγους περί ασφάλειας και νομιμοποιούν μορφές βίας. Σε πολλές σύγχρονες συγκρούσεις βλέπουμε ότι η στρατιωτική ισχύς δεν λειτουργεί μόνο μέσω όπλων και καταναγκασμού. Συνοδεύεται από δίκτυα επιτήρησης, τεχνολογίες συλλογής δεδομένων, συστήματα ταξινόμησης πληθυσμών, αφηγήσεις περί απειλής και μηχανισμούς διαχείρισης της ζωής και του θανάτου.
Σε αυτό το σημείο γίνεται ιδιαίτερα σημαντική η συμβολή του Gilles Deleuze (1925-1995). Σε ένα σύντομο αλλά εξαιρετικά επιδραστικό κείμενο, με τίτλο Postscript on the Societies of Control (οι κοινωνίες του ελέγχου) υποστήριξε ότι οι κοινωνίες που περιέγραφε ο Φουκώ μετασχηματίζονται. Η πειθαρχική κοινωνία των κλειστών θεσμών δίνει τη θέση της σε κοινωνίες ελέγχου, όπου η επιτήρηση είναι πιο διάχυτη, πιο ευέλικτη και πιο συνεχής. Δεν χρειάζονται πάντα τείχη ή φυλακές· οι άνθρωποι παρακολουθούνται μέσω ψηφιακών δικτύων, αλγορίθμων, βάσεων δεδομένων και τεχνολογιών που λειτουργούν σε πραγματικό χρόνο. Αν κάποιος θέλει να συνδέσει τον Φουκώ με τον σύγχρονο κόσμο των drones, των βιομετρικών συστημάτων και της μαζικής παρακολούθησης, συνήθως περνά μέσα από τον Ντελέζ.
Η Wendy Brown (1995-), κινείται σε μια διαφορετική αλλά συγγενική κατεύθυνση. Στα έργα της εξετάζει πώς η λογική της ασφάλειας, των συνόρων και της κρατικής κυριαρχίας μετασχηματίζεται στον σύγχρονο κόσμο. Ιδιαίτερα στις αναλύσεις της για τα τείχη και τα σύνορα, δείχνει ότι η πολιτική εξουσία συχνά κατασκευάζει απειλές για να νομιμοποιήσει νέες μορφές ελέγχου. Εδώ υπάρχει μια σαφής συγγένεια με τη φουκωική σκέψη: η εξουσία δεν λειτουργεί μόνο κατασταλτικά αλλά και παραγωγικά, δημιουργώντας κατηγορίες, ταυτότητες και φόβους που στη συνέχεια διαχειρίζεται.
Όσο για τον David Runciman (1967-), αν και δεν ανήκει άμεσα στη φουκωική παράδοση, έχει ασχοληθεί με τις μεταμορφώσεις της δημοκρατίας, της κρατικής ισχύος και της πολιτικής εξουσίας στη σύγχρονη εποχή. Οι προβληματισμοί του γύρω από την κρίση των δημοκρατικών θεσμών, την τεχνολογία και τις νέες μορφές εξουσίας μπορούν να συνομιλήσουν δημιουργικά με τα ερωτήματα που έθεσε ο Φουκώ πριν από δεκαετίες.
Αν αναζητήσουμε όμως θεωρητικούς που συνέδεσαν πιο άμεσα τη φουκωική σκέψη με τον πόλεμο και τη διεθνή βία, τότε ξεχωρίζει ο Giorgio Agamben (1942-), ο οποίος ανέλυσε την «κατάσταση εξαίρεσης» και τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη αναστέλλουν δικαιώματα στο όνομα της ασφάλειας. Εξίσου σημαντικός είναι και ο Achille Mbembe (1967-), ο οποίος εισήγαγε την έννοια της «νεκροπολιτικής», δηλαδή της εξουσίας να αποφασίζει ποιοι πληθυσμοί θα προστατευθούν και ποιοι θα αφεθούν εκτεθειμένοι στη βία και στον θάνατο. Μέσα από αυτές τις προσεγγίσεις, ο πόλεμος δεν εμφανίζεται μόνο ως σύγκρουση στρατών αλλά και ως ένας μηχανισμός διαχείρισης ζωών, σωμάτων και πληθυσμών.
Αξίζει επίσης να θυμηθούμε ότι ο ίδιος ο Φουκώ, στις παραδόσεις του στο Collège de France, ανέτρεψε τη διάσημη ρήση του Carl von Clausewitz (1780-1831), ότι «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», υποστηρίζοντας αντίθετα ότι η πολιτική μπορεί να ιδωθεί ως η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Με αυτή τη σκέψη ήθελε να δείξει ότι οι σχέσεις δύναμης που γεννιούνται μέσα από συγκρούσεις δεν εξαφανίζονται όταν τελειώνει ένας πόλεμος. Συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στους θεσμούς, στους νόμους, στις διοικητικές πρακτικές και στις κοινωνικές ιεραρχίες της καθημερινότητας.
Ίσως τελικά το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα που προκύπτει από το Επιτήρηση και Τιμωρία είναι ότι η βία δεν εμφανίζεται μόνο όταν γίνεται ορατή. Δεν βρίσκεται αποκλειστικά στα πεδία των μαχών, στις στρατιωτικές επεμβάσεις ή στις εικόνες καταστροφής που μεταδίδουν τα μέσα ενημέρωσης. Μπορεί να είναι ενσωματωμένη σε ολόκληρα συστήματα γνώσης, επιτήρησης, ταξινόμησης και διοίκησης, τα οποία παρουσιάζονται ως ουδέτερα ή αναγκαία. Ένας φουκωικός τρόπος σκέψης δεν ρωτά μόνο ποιος ασκεί βία, αλλά και ποιος ορίζει τι θεωρείται απειλή, ποιος παράγει τη γνώση που τη νομιμοποιεί και ποιος αποκτά το δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή των άλλων. Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται η διαρκής επικαιρότητα του Φουκώ: στην ικανότητά του να αποκαλύπτει τους αόρατους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους η εξουσία οργανώνει τόσο τις κοινωνίες όσο και τις σχέσεις μεταξύ των κρατών στον σύγχρονο κόσμο.
Μια ακόμη διάσταση που συμπληρώνει τη σκέψη του Φουκώ είναι η έννοια της βιοπολιτικής, η οποία αναπτύσσεται κυρίως στα ύστερα έργα και στις παραδόσεις του. Αν στο Επιτήρηση και Τιμωρία το ενδιαφέρον στρέφεται στην πειθάρχηση του ατόμου και στη διαμόρφωση «υπάκουων σωμάτων», στη βιοπολιτική το επίκεντρο μετατοπίζεται σε κάτι ευρύτερο: στη διαχείριση ολόκληρων πληθυσμών. Η εξουσία δεν περιορίζεται πλέον στην επιτήρηση και τη διόρθωση των ατόμων, αλλά ασχολείται με τη ρύθμιση της ζωής σε μαζική κλίμακα, μέσω πολιτικών που αφορούν την υγεία, την ασφάλεια, τη δημογραφία, τις μετακινήσεις, τα σύνορα, τις γεννήσεις και τους θανάτους.
Για τον Φουκώ, τα σύγχρονα κράτη δεν κυβερνούν μόνο μέσω νόμων και απαγορεύσεων. Κυβερνούν επίσης μέσα από μηχανισμούς που παρακολουθούν, καταγράφουν και διαχειρίζονται τη ζωή των πληθυσμών, με στόχο τη διατήρηση της τάξης, της παραγωγικότητας και της ασφάλειας. Η εξουσία αποκτά έτσι μια νέα μορφή: δεν περιορίζεται στο δικαίωμα να τιμωρεί ή να αφαιρεί τη ζωή, αλλά επεκτείνεται στη δυνατότητα να οργανώνει, να προστατεύει και να ρυθμίζει τη ζωή.
Η έννοια της βιοπολιτικής θεωρείται από πολλούς η κρίσιμη γέφυρα ανάμεσα στο Επιτήρηση και Τιμωρία και στις σύγχρονες συζητήσεις για τον πόλεμο, τη γεωπολιτική και τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Μέσα από αυτό το πρίσμα, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι πολιτικές ασφάλειας, οι έλεγχοι στα σύνορα ή ακόμη και η διαχείριση ανθρωπιστικών κρίσεων δεν εμφανίζονται απλώς ως ζητήματα άσκησης βίας ή κρατικής κυριαρχίας. Γίνονται μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος εξουσίας που καθορίζει ποιοι πληθυσμοί θα προστατευθούν, ποιοι θα θεωρηθούν απειλή και ποιοι θα βρεθούν στο περιθώριο της πολιτικής μέριμνας. Γι’ αυτό και η βιοπολιτική παραμένει ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία για την κατανόηση των σύγχρονων μορφών εξουσίας, εκεί όπου η διαχείριση της ζωής συναντά τη διαχείριση της βίας.
Το θέμα αυτό είναι απαιτητικό αλλά και ιδιαίτερα επίκαιρο, γιατί αγγίζει ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό· πώς ασκείται η εξουσία στις σύγχρονες κοινωνίες όταν δεν εμφανίζεται μόνο ως καταναγκασμός, αλλά και ως προστασία, ασφάλεια και διαχείριση της ζωής. Αυτό είναι ίσως το πιο γόνιμο σημείο της φουκωικής σκέψης και ο λόγος που εξακολουθεί να προκαλεί τόσο έντονες συζητήσεις.