Αρχειοθήκη ιστολογίου

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Η Κρίση Εμπιστοσύνης και το Διακύβευμα των Επόμενων Εκλογών

 Καθώς η χώρα οδεύει προς μία ακόμη εκλογική αναμέτρηση, ο δημόσιος διάλογος μοιάζει να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από την ουσία της πολιτικής και να εγκλωβίζεται σε έναν ατέρμονο κύκλο αντιπαραθέσεων, αλληλοκατηγοριών και επικοινωνιακών συγκρούσεων. Αντί να κυριαρχούν οι προτάσεις για την οικονομία, την παιδεία, την υγεία, τη δικαιοσύνη και τη θεσμική ανασυγκρότηση, η δημόσια σφαίρα κατακλύζεται από συνθήματα, προσωπικές επιθέσεις, στρατούς ανώνυμων λογαριασμών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και έναν διαρκή βομβαρδισμό πληροφοριών, οι οποίες συχνά είναι δύσκολο να διασταυρωθούν ή να αξιολογηθούν με ψυχραιμία. Η πολιτική συζήτηση έχει μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης εντυπώσεων, όπου η ένταση ανταμείβεται περισσότερο από την τεκμηρίωση και η πόλωση συχνά υπερισχύει της λογικής.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι πρόσωπα και πολιτικοί σχηματισμοί που κατά το παρελθόν άσκησαν εξουσία και βρέθηκαν στο επίκεντρο έντονης κοινωνικής κριτικής εμφανίζονται εκ νέου ως φορείς ανανέωσης και λύσεων. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό· αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό πολιτικών συστημάτων όπου η συλλογική μνήμη συχνά υποχωρεί μπροστά στην επικοινωνιακή διαχείριση της επικαιρότητας. Ωστόσο, όταν η λογοδοσία παραμένει ελλιπής και οι ευθύνες δεν αποδίδονται με τρόπο που να πείθει την κοινωνία, η επανεμφάνιση των ίδιων προσώπων ή πρακτικών ενισχύει την αίσθηση πολιτικής στασιμότητας και αναπαραγωγής ενός προβληματικού μοντέλου διακυβέρνησης.

Παράλληλα, η συνεχής δημόσια συζήτηση γύρω από υποθέσεις κακοδιοίκησης, ζητήματα διαφάνειας, διαχείρισης δημόσιων πόρων, κρατικών συμβάσεων, σκανδάλων και πιθανών παρεμβάσεων σε θεσμούς έχει διαμορφώσει ένα κλίμα βαθιάς δυσπιστίας. Ανεξάρτητα από τις κομματικές προτιμήσεις του καθενός, ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας αισθάνεται ότι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους. Ότι οι πολίτες καλούνται να λογοδοτούν άμεσα για τις πράξεις τους, ενώ όσοι βρίσκονται κοντά στην εξουσία απολαμβάνουν συχνά διαφορετική μεταχείριση. Όταν η αντίληψη αυτή εδραιώνεται, η ζημιά δεν περιορίζεται στην εικόνα μιας κυβέρνησης ή ενός κόμματος· πλήττει την ίδια τη νομιμοποίηση των θεσμών.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αυξανόμενη καχυποψία απέναντι στις δημοσκοπήσεις και στους μηχανισμούς διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Όταν σημαντικό ποσοστό πολιτών αμφισβητεί την αξιοπιστία των μετρήσεων ή θεωρεί ότι αυτές εξυπηρετούν πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες, το πρόβλημα δεν είναι απλώς επικοινωνιακό. Είναι βαθιά δημοκρατικό. Σε μία ώριμη δημοκρατία, η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται· κερδίζεται μέσα από τη διαφάνεια, τη συνέπεια και την ανεξαρτησία των θεσμών.

Ιδιαίτερη θέση στη συλλογική συνείδηση κατέχουν επίσης τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν τη χώρα τα τελευταία χρόνια και άνοιξαν βαθιές πληγές στην κοινωνία. Όταν άνθρωποι που βίωσαν προσωπικές απώλειες επιλέγουν να εκφραστούν δημόσια ή ακόμη και να δραστηριοποιηθούν πολιτικά, το γεγονός αυτό αντανακλά συχνά ένα βαθύτερο αίτημα για δικαιοσύνη, διαφάνεια και θεσμική ανταπόκριση. Η δημόσια συζήτηση γύρω από τέτοιες πρωτοβουλίες θα όφειλε να χαρακτηρίζεται από σεβασμό, νηφαλιότητα και ουσιαστικό διάλογο. Αντιθέτως, πολλές φορές παρατηρείται μια ακραία πόλωση που μετατρέπει ακόμη και τον ανθρώπινο πόνο σε αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης, αποκαλύπτοντας το μέγεθος της ηθικής και θεσμικής κρίσης που διαπερνά το δημόσιο βίο. 

Το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας δεν είναι η διαφωνία. Η διαφωνία αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο κάθε δημοκρατίας. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η πολιτική αντιπαράθεση αντικαθίσταται από τη φανατική προσήλωση σε κομματικές ταυτότητες, όταν η τεκμηρίωση παραχωρεί τη θέση της στην προπαγάνδα και όταν η αλήθεια αντιμετωπίζεται ως ζήτημα πολιτικής προτίμησης. Τότε οι πολίτες παύουν να αξιολογούν προγράμματα, ιδέες και πολιτικές και καλούνται απλώς να επιλέξουν στρατόπεδο. Η δημοκρατία όμως δεν λειτουργεί με όρους οπαδισμού. Λειτουργεί με όρους λογοδοσίας, ελέγχου και ενεργού συμμετοχής των πολιτών.

Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της παρούσας συγκυρίας δεν είναι η ύπαρξη σκανδάλων, αστοχιών ή πολιτικών αντιπαραθέσεων. Τέτοια φαινόμενα, σε διαφορετικό βαθμό, εμφανίζονται σε όλες τις δημοκρατίες. Αυτό που προκαλεί ανησυχία είναι η σταδιακή κανονικοποίησή τους. Όταν οι αποκαλύψεις δεν προκαλούν πλέον έκπληξη, όταν οι πολιτικές ευθύνες μετατρέπονται σε επικοινωνιακή διαχείριση και όταν η κοινωνία συνηθίζει να θεωρεί τη διαφθορά, την αδιαφάνεια και την ατιμωρησία ως αναπόφευκτα χαρακτηριστικά του δημόσιου βίου, τότε η φθορά δεν αφορά μόνο το πολιτικό προσωπικό αλλά τον ίδιο τον δημοκρατικό πολιτισμό.

Η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν μετριέται από τα συνθήματα που ακούγονται στις προεκλογικές συγκεντρώσεις ούτε από την ένταση των κομματικών αντιπαραθέσεων. Μετριέται από την ανεξαρτησία των θεσμών, την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης, τη διαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος και την πραγματική λογοδοσία όσων ασκούν εξουσία. Χωρίς αυτά τα θεμέλια, η πολιτική μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό ανακύκλωσης προσώπων και υποσχέσεων, ενώ τα προβλήματα παραμένουν ουσιαστικά άλυτα. Η εναλλαγή κυβερνήσεων από μόνη της δεν αρκεί όταν οι παθογένειες παραμένουν ίδιες και όταν οι πολίτες βλέπουν τις ίδιες πρακτικές να επαναλαμβάνονται με διαφορετικούς πρωταγωνιστές.

Οι επόμενες εκλογές δεν θα κριθούν μόνο από τα ποσοστά των κομμάτων. Θα αποτελέσουν και ένα άτυπο δημοψήφισμα για το επίπεδο εμπιστοσύνης που εξακολουθεί να διαθέτει η κοινωνία απέναντι στους θεσμούς της. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι ποιος θα κατακτήσει την εξουσία, αλλά αν το πολιτικό σύστημα θα καταφέρει να πείσει ότι λειτουργεί προς όφελος της κοινωνίας και όχι προς όφελος ενός περιορισμένου κύκλου πολιτικών, οικονομικών και επικοινωνιακών συμφερόντων. Οι πολίτες δεν έχουν ανάγκη από νέους σωτήρες ούτε από παλιούς που επιστρέφουν με διαφορετικό περιτύλιγμα. Έχουν ανάγκη από θεσμούς που λειτουργούν, από κανόνες που εφαρμόζονται ισότιμα και από μια πολιτεία που αντιμετωπίζει τον νόμο ως υποχρέωση όλων και όχι ως προνόμιο των ισχυρών.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, οι δημοκρατίες δεν αποδυναμώνονται μόνο από τα λάθη των κυβερνήσεων. Αποδυναμώνονται κυρίως όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι η δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη, ότι οι θεσμοί μπορούν να τους προστατεύσουν και ότι η ψήφος τους μπορεί πραγματικά να αλλάξει κάτι. Και όταν η εμπιστοσύνη αυτή χαθεί, καμία επικοινωνιακή καμπάνια, κανένα σύνθημα και καμία προεκλογική υπόσχεση δεν είναι αρκετά για να την αποκαταστήσουν. Η δημοκρατία δεν σώζεται από πρόσωπα. Σώζεται όταν οι θεσμοί είναι ισχυρότεροι από τα πρόσωπα και όταν η λογοδοσία δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά τον αδιαπραγμάτευτο κανόνα για όλους.

Μια δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο όταν οι θεσμοί καταρρέουν. Κινδυνεύει όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι οι θεσμοί λειτουργούν. 

Η Κρίση Εμπιστοσύνης και το Διακύβευμα των Επόμενων Εκλογών

  Καθώς η χώρα οδεύει προς μία ακόμη εκλογική αναμέτρηση, ο δημόσιος διάλογος μοιάζει να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο α...